Του Πάσχου Μανδραβέλη
Υπάρχουν δύο ελληνικές ιδιαιτερότητες σε ό,τι αφορά τα στοιχεία για την εκπαίδευση που δημοσιοποιεί κάθε χρόνο ο ΟΟΣΑ. Η πρώτη είναι ότι τα ελληνικά νούμερα είναι ελλιπή. Σε κάθε έκθεση του οργανισμού (OECD Education at a Glance) απουσιάζουν κάποιες σειρές στοιχείων, χωρίς να είναι πάντα οι ίδιες. Για παράδειγμα, στην έκθεση του 2009 (που έχει τα στοιχεία του 2007) βλέπουμε ότι η Ελλάδα έχει την καλύτερη αναλογία καθηγητών Μ.Ε. στις 34 χώρες του ΟΟΣΑ: ένας καθηγητής ανά 7,5 μαθητές, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι ένας καθηγητής ανά 13 μαθητές (η αναλογία της Φινλανδίας είναι 1:13,1, της Γερμανίας 1:14,9). Στην έκθεση του 2012 το σχετικό πεδίο για την Ελλάδα είναι κενό.
Τι μας συνέβη;
Πότε ακριβώς σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες του ’90 και του 2000 αυτή η χώρα έχασε την ορμή και τον δυναμισμό της; Πώς αυτή η γενιά του ρίσκου και της απόλαυσης έγινε γενιά του φόβου και της ασφάλειας; Πότε πιστέψαμε ότι η ζωή μάς χρωστάει; Ότι ζωή είναι να καταφέρεις μια πρόσληψη στο Δημόσιο, να δουλέψεις 20-25 χρόνια και να βγεις στη σύνταξη στα 50 κάτι;
Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου
H υπερευαισθησία που εκδηλώνει μέρος του ελληνικού πληθυσμού έναντι των μεταναστών οφείλεται, νομίζω, σε τρεις παράγοντες. Ο πρώτος είναι, φαινομενικά, η εμφάνιση ρατσιστικών οργανώσεων όπως η Χρυσή Αυγή – η υπερευαισθησία συνιστά λοιπόν την αντίδραση σε μια συντεταγμένη επίθεση. Εδώ σημειώνω, για μια ακόμη φορά, ότι η Χρυσή Αυγή είναι το αποτέλεσμα και όχι το αίτιο της πολιτικής μας υπανάπτυξης: ο συνδυασμός αμάθειας, υπερεθνικιστικής παράδοσης και αλλοπρόσαλλης μεταναστευτικής πολιτικής οδήγησαν έναν στους δέκα Έλληνες στη σφαίρα επιρροής μιας βάναυσης ιδεολογίας. Πρόκειται περί επαίσχυντου φαινομένου για το οποίο υπάρχουν εξηγήσεις αλλά καμιά ηθική κάλυψη, ούτε δικαιολογία. Οι πολίτες που υποστηρίζουν τη Χρυσή Αυγή και παρόμοιες ομάδες διαπράττουν ηθικό έγκλημα.
Γράφει ο Γιάννης Μαυρωτάς
Δεν είμαι Ολυμπιακός. Στις εσωτερικές διοργανώσεις θεωρώ ότι λόγω δημοφιλίας είναι «το αφεντικό» (με ό,τι αυτό σημαίνει) στα περισσότερα αθλήματα και αυτό δεν με γοητεύει. Δεν είμαι όμως και αντι-Ολυμπιακός ώστε να μη χαρώ από την κατάκτηση της Ευρωλίγκας, σε έναν τελικό που τον ευχαριστήθηκε όλη η μπασκετική Ευρώπη, από μια ελληνική ομάδα. Όχι βέβαια γιατί απέδειξε στους έξω την υπεροχή μας, αλλά γιατί μπορεί να δείξει στους μέσα τον δρόμο. Ο δρόμος αυτός έχει λακούβες, ανηφόρες, κατηφόρες, κλειστές στροφές, φουρκέτες και σταυροδρόμια. Πιστεύω όμως ότι ο αθλητισμός μπορεί να προσφέρει παραδείγματα καλών πρακτικών (best practices) για κάθε οργανισμό, αλλά και για την κοινωνία. Θα σταθώ σε τρία από αυτά τα χαρακτηριστικά: Την αξιοκρατία, την κινητροδότηση και τη συνοχή.
Στις ευρωεκλογές του 2014 είναι βέβαιο ότι θα συγκλονίσουμε τον πλανήτη. Αν η δημοσκοπική τάση συναντήσει τη χαλαρότητα της ψήφου, το ποσοστό της Χρυσής Αυγής θα γραφτεί στις οθόνες δισεκατομμυρίων τηλεοπτικών δεκτών. Θα φτιάξει τίτλους σε εφημερίδες, θα πατήσει σαν λασπωμένο παπούτσι μέσα σε πολιτικές αναλύσεις και θα δώσει μεροκάματα σε παρουσιαστές talk show.
Γράφει ο Προκόπης Δούκας
Τη Μεγάλη Εβδομάδα, έπρεπε να λυθεί το εξής ζήτημα, για λογαριασμό φίλων από τη Γαλλία: Επτά άτομα ήθελαν να μεταφερθούν, μαζί με τις βαλίτσες τους, από το αεροδρόμιο ως τον Ωρωπό - και πάλι πίσω, μια εβδομάδα μετά, την ημερομηνία της αναχώρησης τους.
Η λύση των δύο ταξί δεν συνέφερε, όπως και ο συνδυασμός προαστιακού και ταξί, όπως μελέτησε ο αρχηγός της παρέας. Η εναλλακτική της ενοικίασης ενός επταθέσιου βαν (με ή χωρίς οδηγό), από τις τουριστικές εταιρείες που νοικιάζουν οχήματα ή λιμουζίνες, θα υπερέβαινε και αυτή τα 300 ευρώ. Αυτό που θα συνέφερε, αν υπήρχε, θα ήταν ένα επταθέσιο ταξί, υπηρεσία που βρίσκει κανείς σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.
Ας δεχτούμε για λίγο αυτό το αξίωμα, προκειμένου να προβούμε σε ορισμένες παραδοχές, ώστε να οδηγηθούμε σε λογικούς συλλογισμούς και να εξετάσουμε την πιθανή παράλογη συνέχεια:
Τα όσα θλιβερά και απαράδεκτα συνέβησαν στη Μανωλάδα είναι η κορυφή του παγόβουνου μιας πραγματικότητας όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια στην Ελλάδα. Τα μεταναστευτικά ρεύματα τόσο από τα Βαλκάνια και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπη σε πρώτη φάση όσο και από την Ασία στη συνέχεια, έκανε την ελληνική περιφέρεια να γεμίσει από «φραπεδόμαγκες» και «ωχαδερφάκηδες».
Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου
Στην Ελλάδα μόνον ένα είδος «διανοούμενου» αναγνωρίζεται: εκείνο που ακολουθεί την κυρίαρχη ιδεολογία όταν αυτή η ιδεολογία εμφανίζεται ως αντιπολιτευτική – ακόμα καλύτερα όταν εμφανίζεται ως επαναστατική. Αλλά η ιδεολογική ηγεμονία είναι μια σύνθετη πραγματικότητα: όπως έχει συζητηθεί ξανά και ξανά, η Ελλάδα γλίτωσε την προσάρτηση στο σοσιαλιστικό μπλοκ με τίμημα την ιδεολογική ηγεμονία της παραδοσιακής Αριστεράς. Και η παραδοσιακή Αριστερά που ανέλαβε τον πολιτισμό (με τα γνωστά αποτελέσματα) -ενώ η Δεξιά ανέλαβε την οικονομία και τον κρατικό μηχανισμό (με τα γνωστά αποτελέσματα)- δεν ανέχεται δημιουργούς που προβάλλουν ανεξάρτητο ή «δεξιό», συντηρητικό λόγο. Εννοείται πως ο καθορισμός του «δεξιού/συντηρητικού» επαφίεται στην κρίση της Αριστεράς.
θραύση κάνει στο διαδύκτιο ένα κείμενο, το οποίο γράφτηκε με αφορμή τα τελευταία γεγονότα στα οποία και πάλι πρωταγωνίστησε η Χρυσή Αυγή. Το μήνυμα που επιδιώκει να περάσει το κείμενο, δίνεται με έναν εξαιρετικά παραστατικό τρόπο.
Φιλοξενία ιστοσελίδας Operon